Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

...Tap on my window, knock on my door...



Αγάπη αγώνας άδοξος


Να τρέχω λαχανιασμένη να προλάβω να φύγω
Πριν φύγεις εσύ, να μη με δεις έτσι


Πάντα σου απαντάω πριν με ρωτήσεις,

Το πρόσεξες?

Πρόσεξες τη σημαία που ανέμιζε στον πετρώδη λόφο απέναντι,
Μέσα από την ομίχλη?


Το σημείο μέσα στο σύννεφο που ετοιμαζόταν να κουτουλήσει το άλλο σύννεφο?

Αμέσως άστραψε


Μπορεί να μην το πρόσεξες


Ηταν talon

Η καρδιά σου μπορεί να ένιωσε ένα ξερίζωμα, μια αποκοπή.



Δεν ήταν η καταιγίδα
Απελπισία ήταν που μας έπνιξε.

Kαι η αληθινή βροχή εκείνη τη μέρα ήταν από τα δάκρυά μου.

Μπορεί να μην το πρόσεξες.

Δεν γνωρίζω, δεν γύρισα πίσω το κεφάλι
Αλλά σε όλο το δρόμο ευχόμουν να μπορούσα να γυρίσω με μια ματιά

Και να γινόσουν στάχτη
Να νόμιζα ότι ήταν ένας κακός εφιάλτης

Ας ξυπνούσα μετά.

Έπειτα όταν έφτασα αργά στο έρημο σπίτι τα παπούτσια ήταν γεμάτα λάσπες
Το μόνο που υπήρχε παντού τριγύρω ήταν σκοτάδι.





Τα μουσκεμένα μου μαλλιά με αηδίαζαν.
Πέταξα τη ζακέτα που είχες αγγίξει όταν με αγκάλιασες στο πάτωμα

Η απουσία σου αντηχούσε παντού.

O αγαπημένος σου πίνακας στον τοίχο αντίκρυ έλαμπε,
Λες και ζωντάνεψε το δάσος του ζητώντας χρεωμένες απαντήσεις.

Με κοιτούσε επίμονα.

Το σκοτεινό απρόσωπο τοπίο

Στοιχειωμένο για αιώνες
Βασίλειο της σιωπής της αφέλειας

της αγνότητας ίσως

Συνέχιζε να με κοιτάζει.

Πεισματικά τον κατέβασα και τον πέταξα με ορμή στο πάτωμα

-Κλειστά μάτια.

Ήλπιζα ότι το πάτωμα θα άνοιγε αποκαλύπτοντας την άβυσσο
Που θα ρουφούσε λαίμαργα τα περίεργα δέντρα

Tα αρχικά που είχαμε χαράξει πανω τους μαζί

Τις τύψεις και τη μισή καρδιά μου μαζί τους ίσως...




Πάει καιρός από τότε…
Τυφλά ζω.

Γκρι ο καιρός
Γκρι ο ορίζοντας
Γκρι οι άνθρωποι

Τίποτα απολύτως απόλυτο πλέον

Δεν υπάρχει άσπρο ή μαύρο
Μόνο μουτζούρες από δω και από κει.

Ανούσιοι ψύθιροι στα αυτιά

Ασθενές αεράκι, λίγη δροσιά

Για την κατά τα άλλα παγωμένη ζωή μου.

Νιώθω ότι ακόμα δεν άνοιξα τα μάτια μου,
Δεν έχω ανοίξει ακόμα την ψυχή μου σε άλλον.

Δεν θα το ήθελα, αλήθεια, να αρχίσει τις επίμονες ερωτήσεις...

Κάθε φορά, λοιπόν, που νομίζω ότι με ξέρω

πρέπει να αναρωτιέμαι ξανά.

Και δεν τις μπορώ, αλήθεια, τις επίμονες ερωτήσεις...

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

σβήσε λέμε!

Βαρέθηκα πια...
να με απογοητεύω...
Όλο τα ίδια πράγματα να βλέπω μπροστά μου. Όλοι οι καθρέπτες να μοιάζουν ίδιοι.
Και ας έχω αλλάξει, αυτοί δεν το προσέχουν
Και ας μην τους νοιάζει, νοιάζει εμένα

Αρκετά! Μακάρι να υπήρχε μια μαγική γομολάστιχα που να μπορούσε να σβήσει ότι δεν μου αρέσει από τα περασμένα, θα ήταν τόσο εύκολο να τα σβήσω και να προχωρήσω επιτέλους. Σέβομαι την τερατώδη μνήμη μου και με εξυπηρετεί πολλάκις, είναι αλήθεια, αλλά μερικές φορές είναι πράγματι σκληρός ο τρόπος που μου φαίρεται. Με αιφνιδιάζει στον ύπνο μου + στον ξύπνιο μου και δεν ξέρω πλέον τί να πιστέψω. Εκτός από το προφανές

...δεν έχω προχωρήσει
...έχω παραμείνει παιδί, τόσο ανέμελο και αφελές
...κάνω τα ίδια λάθη απλώς τα ντύνω διαφορετικά για να συμβαδίζουν

Αχ αυτή η γομολάστιχα!!.Πού είναι να σβήσει αυτή την ηττοπάθεια και την ανυπομονησία!Να με κοιτάξω απ'έξω και να πω μια φορά: Να, ένας άνθρωπος με ψυχή με στόχο με πείσμα με γούστο με όραμα!

Όχι, εντάξει,..γούστο έχω ακόμα!
Δόξα τω Θεώ.
Η ελπίδα κυκλοφορεί ανάμεσά μας.